• Minas Lyristis

Η παραίτηση από την εκμετάλλευση πρωτογενών τομέων: Η περίπτωση της αλιείας.

Το 1991, ξεκίνησε ένα πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με στόχο τη μείωση της υπεραλίευσης στις θάλασσες και αντίστοιχα την προστασία των αλιευτικών αποθεμάτων. Εκείνη την περίοδο εκδόθηκε ευρωπαϊκή οδηγία η οποία αφορούσε την απόσυρση των καϊκιών και την παράλληλη κατάθεση της επαγγελματικής άδειας από τους κατόχους. Έπειτα μάλιστα από μια τροποποίηση του 2014, ενσωματώθηκε στην ήδη προϋπάρχουσα οδηγία και η καταστροφή των καϊκιών που αποσύρονταν. Στην Ελλάδα, προκειμένου ένας επαγγελματίας αλιέας να λάβει την επιδότηση αυτή, το ποσό της οποίας μόνο ευκαταφρόνητο δεν είναι (κυμαίνεται έως και τις 300 χιλιάδες ευρώ), είναι αναγκασμένος να “κόψει” το καΐκι του, με τρόπο που να μην επιδέχεται επιδιόρθωσης. Σύμφωνα με στοιχεία μάλιστα, του Ελληνικού Συνδέσμου Παραδοσιακών Σκαφών, από το 1991 έως και σήμερα, περί τις 13 χιλιάδες καΐκια-κομψοτεχνήματα έχουν οδηγηθεί στον αφανισμό.


Αναπόδραστα, η καταστροφή των παραδοσιακών καϊκιών σε συνάρτηση με την κατάθεση των επαγγελματικών αδειών των αλιέων, οδηγεί σε μαρασμό 2 πυλώνες της ελληνικής παράδοσης, αλλά και της πρωτογενούς παραγωγής της χώρας, ειδικά εάν έχουμε στο νου μας και τις προοπτικές του κλάδου αυτού, αλλά και τις επιπτώσεις στην οικονομία. Σχετικά με το πρώτο ζήτημα, η διάλυση των καϊκιών συντελεί στη λήξη και εν τέλει τη λήθη των εξής δύο σημαντικότατων πυλώνων της ελληνικής παράδοσης: Αφενός του ίδιου του παραγωγικού μοντέλου του “Έλληνα ψαρά” και αφετέρου της αχρήστευσης ενός βασικού εθνικού στοιχείου, αυτού του κατασκευαστή και επιδιορθωτή των καϊκιών, ή όπως λέγονται στις ντοπιολαλιές, τα καρνάγια και οι ταρσανάδες. Επιπρόσθετα, το δεύτερο μεγάλο ζήτημα που ανακύπτει, είναι πως όσο μειώνεται το δυναμικό στον κλάδο αυτό (μέσω της κατάθεσης των επαγγελματικών αδειών και της μη δυνατότητας για παροχή νέων), τόσο η χώρα μας αναγκάζεται να γίνεται μέρος της παγκόσμιας αγοράς, καταφέρνοντας το πρωτοφανές: Να εισάγει προϊόντα αλιείας από διπλανές χώρες, διότι η ίδια η χώρα δεν έχει επαρκές δυναμικό για την αλίευση τους εδώ!


Η διάλυση των δύο κλάδων που αναφέρονται προηγουμένως, έχει σοβαρότατο αντίκτυπο στις μικροοικονομίες των νησιών της Ελλάδας, αλλά φυσικά και δημιουργεί κενά στον προϋπολογισμό του ίδιου του κράτους. Μια χώρα που στηρίχθηκε παραδοσιακά στο ναυτικό της, που έζησε τα χρόνια της φτώχιας από τους ψαράδες της, και που δημιούργησε στόλους πλοίων, καϊκιών και άλλων ξύλινων (αλλά και πιο σύγχρονων) πλοίων, πλέον βλέπει τα καρνάγια της να μαραζώνουν. Και μάλιστα αυτό, να γίνεται προκειμένου να “ακολουθηθούν οι οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά γράμμα”. Ποιος όμως ωφελείται στο τέλος από αυτή την υπερπροσήλωση στις ευρωπαϊκές οδηγίες;

Την ίδια στιγμή που στη χώρα μας συνέβησαν και συμβαίνουν τα παραπάνω, η Τουρκία, η Αίγυπτος αλλά και άλλα κράτη που γεωγραφικά απέχουν περισσότερο από τη χώρα μας, όντας μη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, προφανώς δεν δεσμεύονται από τις παραπάνω οδηγίες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την ανεξέλεγκτη λειτουργία των δικών τους αντίστοιχων κλάδων αλιείας, με κάθε λογής και κάθε είδους αλιευτικό πλοιάριο. Καΐκια, τράτες, μηχανότρατες, μεγάλα σκάφη μαζικής αλιείας βρίσκονται στο Αιγαίο, το Ιόνιο ή το Λιβυκό Πέλαγος και λειτουργούν κανονικά, ανταγωνιζόμενα τα πλοία ελληνικής σημαίας. Το παράδοξο είναι, πως ενώ τα ελληνικά αλιευτικά σκάφη είναι πλήρως εναρμονισμένα με τις ευρωπαϊκές και κρατικές οδηγίες ως προς την υπεραλίευση, και γενικότερα τους κανόνες αλιείας, τα σκάφη άλλων κρατών δεν ακολουθούν κανένα κανόνα! Το αποτέλεσμα εκτός από υπεράνω λογικής, είναι και πραγματιστικό, καθώς εάν επί παραδείγματι τύχει ένας παρατηρητής στο ίδιο θαλάσσιο πεδίο να δει 2 σκάφη, το ένα με ελληνική σημαία και το έτερο με αιγυπτιακή ή τουρκική, θα αντιληφθεί αμέσως πως όσα πλοία δεν έχουν ευρωπαϊκή σημαία, δύνανται να αλιεύσουν ανεξέλεγκτα, δίχως καμία αντίσταση ως προς τον τρόπο αλίευσης, τη μαζικότητα και την αναντίρρητη καταστροφή του βυθού. Τα σκάφη με τουρκική ή αιγυπτιακή σημαία ψαρεύουν σε όλες τις διαθέσιμες περιοχές, όλες τις εποχές του χρόνου, όντας σκάφη μαζικής αλίευσης και άρα μεγαλύτερα σε όγκο από τα εναπομείναντα ελληνικά, δύνανται να καλύπτουν μεγαλύτερες αποστάσεις, να αλιεύουν μεγαλύτερες ποσότητες και εν κατακλείδι να έχουν μεγαλύτερα κέρδη, εξαιτίας της υψηλότερης ποσόστωσης που κατέχουν στο μερίδιο της αλιείας.




Διαβάστε τη συνέχεια στην Εφημερίδα των Συντακτών

31 views